Ξυπνάω όλο χαρά που σήμερα δε θα πάω σχολείο και θα μπορέσω να κοιμηθώ ως αργά. Όπου αργά, βλέπε μετά την ελληνική ταινία στην τηλεόραση. 

Ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα με χτυπά ο κρύος αέρας που με ξυπνά αμέσως. 

Το ρόλοι δείχνει εννέα παρά δέκα. 

Νομίζω δηλαδή.

Μετά τους πρώτους –δύσκολους- δύο μήνες του σχολείου, κατάλαβα πως η Αναστασία δε θα γίνει ποτέ φίλη μου, όπως επίσης πως το να μαθαίνεις την ώρα είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο.

Πάω αθόρυβα προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου για να πάρω τις σουέτ μπότες του μπαμπά. Να θυμηθώ να του τις πάρω όταν μεγαλώσω, γιατί είναι τέλειες! 

Μπαίνοντας στο δωμάτιο, τους βλέπω να κοιμούνται αγκαλιά. 

Ωραία σκέφτομαι, αν κάνω σιγά-σιγά δε θα με ακούσουν. 

Κοιτάζω γύρω μου και προσπαθώ να προσαρμόσω τα μάτια μου στο λιγοστό φως που μπαίνει από τα παντζούρια. Τρίβω τα μάτια μου να συνηθίσουν το φως. Μετά από λίγη ώρα εντοπίζω το αντικείμενο του πόθου μου δίπλα στο κρεβάτι, από τη μεριά του μπαμπά, που σημαίνει πως πρέπει να διασχίσω το δωμάτιο αθόρυβα, κάτι που με το ξύλινο παλιό πάτωμα, δε το λες κι εφικτό.

Στο πρώτο βήμα όλα καλά. Στο δεύτερο όμως, κάτι τρίζει. Σταματάω και στέκομαι ακίνητη κρατώντας την αναπνοή μου. Ευτυχώς δε φαίνεται να το άκουσαν. Ξεκινάω μετά από λίγο ξανά. Φτάνοντας κοντά στις καφέ μπότες απλώνω το χέρι μου να τις σηκώσω αλλά είναι δύσκολο. Να δεις που όταν μεγαλώσω θα μπορώ να τις πιάνω και τις δύο με το ένα χέρι. Μέχρι τότε όμως πρέπει να βρω ένα τρόπο για να τις πάρω, χωρίς να κάνω θόρυβο. Να μία ωραία πρόκληση για Σάββατο πρωί!

Πάω λίγο πιο κοντά, εξίσου αθόρυβα, και σκέφτομαι πως τελικά όλα αυτά τα Σάββατα που έμπαινα να τις πάρω, κατάφερα να απομνημονεύσω τα σημεία που το πάτωμα κάνει θόρυβο. Μπαίνω ανάμεσα στις μπότες και τις σηκώνω στην αγκαλιά μου. Τέλεια, ίσα που βλέπω τώρα.

Ξεκινάω το δύσκολο δρόμο της επιστροφής, με τις μπότες να είναι βαριές, εμένα να μη βλέπω καλά, και τη μαμά να γυρίζει πλευρό ανήσυχη. 

Μάλλον δεν είμαι και τόσο αθόρυβη όσο νόμιζα.

Η έξοδος πλησιάζει και σε λίγο θα είμαι ελεύθερη. 

Πατάω το πόδι μου στο μάρμαρο και χαίρομαι. Με μία κίνηση αφήνω τις μπότες αθόρυβα κάτω και στέκομαι να πάρω μία ανάσα. Γυρίζω προς την πόρτα και τεντώνομαι να φτάσω το χερούλι, ώστε να την κλείσω.

Αποστολή εξετελέσθη!

Σέρνω τις μπότες για λίγα μέτρα μέχρι να φτάσω στο δωμάτιο μου και ανοίγω την τηλεόραση. Βάζω το κανάλι 7 που θυμάμαι πως έχει τη  Seilor Μoon κάθε Σάββατο τέτοια ώρα. Νομίζω ότι είναι εννέα δηλαδή.

Κλείνω την πόρτα, δυναμώνω λίγο την τηλεόραση, φοράω τις μπότες και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως μόλις γίνω διάσημη τραγουδίστρια θα πάω να πάρω ένα τέτοιο ζευγάρι. Αλλά με τακούνι, για να περπατάω όπως η μαμά και να φαίνομαι και πιο ψηλή! Αν και μου λένε πως θα ψηλώσω πολύ, εγώ διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, άλλωστε ακόμα τεντώνομαι για να πιάσω το χερούλι της πόρτας.

Ξεκινάει…

Φοράω τις μπότες, παίρνω τη βούρτσα, τη σηκώνω και λέω «Με τη δύναμη του φεγγαριού» και δως του δύο σβούρες. Τελικά δε θέλω να γίνω τραγουδίστρια, θέλω να γίνω η Seilor Moon. Έχει ωραία ξανθά μαλλιά και ωραία ρούχα. Η Κρόνος, η Δίας και οι άλλες δεν είναι τόσο όμορφες, και δώς του ξανά σβούρα. 

Μετά από λίγο η σειρά τελειώνει και εγώ μένω ζαλισμένη. 

Αλήθεια, εκείνη πως δε ζαλίζεται; 

Τουλάχιστον παλέψαμε το κακό, κάτι είναι και αυτό!

Ακούω βήματα έξω από την πόρτα. Κάθομαι γρήγορα στο κρεβάτι και βγάζω τις μπότες. Δεν προλαβαίνω να τις πάω στη θέση τους. Ανοίγω σιγά- σιγά την πόρτα και βλέπω τη πόρτα του μπάνιου κλειστή. 

Ωραία σκέφτομαι, ίσως και να προλάβω. 

Αγκαλιάζω ξανά τις μπότες και περπατάω όσο πιο γρήγορα μπορώ μέχρι το χολ, για να τις αφήσω. Καθώς περνάω έξω από την κρεβατοκάμαρα κοντοστέκομαι και προσπαθώ να δω ποιος από τους δύο έχει ξυπνήσει. 

Α, ωραία η μαμά, άρα σε λίγο θα πάω στη παιδική χαρά, τέλεια. 

Αφήνω τις μπότες στο καναπεδάκι του χολ και αν τύχει και ρωτήσει κανείς, θα πω πως εκεί ήταν από την αρχή. Αν και νομίζω πιο πιθανό είναι να με πιστέψουν αν τους πω πως ο σκύλος τις πήγε εκεί. 

Τρέχω πίσω στο δωμάτιο μου και η μαμά έρχεται λίγα λεπτά αργότερα. Μόλις μπαίνει μου χαμογελάει και σκύβει να με φιλήσει για καλημέρα. 

-Τι ώρα είναι μαμά;

– Δέκα αγάπη μου.

Άρα εγώ την έμαθα την ώρα τελικά; 

Πάω μαζί της μέχρι την κουζίνα και ανεβαίνω πάνω στην καρέκλα. Κάθομαι και την κοιτάω να φτιάχνει το τσάι της και εγώ κουνάω πάνω κάτω τα πόδια μου.

-Μαμά, αποφάσισα πως θέλω να γίνω Seilor Moon, λέω όλο χαρά. 

Εκείνη μου χαμογελάει .«Ό, τι θες να γίνεις!»

Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά, μπορεί να μην έγινα Seilor Moon, αλλά αυτή η ανάμνηση είναι βαθιά χαραγμένη στο μυαλό μου. 

Κάθε Σάββατο έπαιρνα τις μπότες του μπαμπά (Άτιμα 90s!) και έπαιζα τη σουπερ ηρωίδα. Τότε ήμουν σίγουρη ότι οι γονείς μου πάντα θα αγαπιούνται κι εγώ δε θα βαρεθώ ποτέ αυτές τις μπότες. Τότε πίστευα επίσης πως τα λουλουδάκια πονάνε αν τα κόψεις!

Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια όμως, αποφάσισα πως αυτό που καθορίζει τον κάθε άνθρωπο είναι το παρελθόν του. Είτε το θες είτε όχι, το παρελθόν, οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις σου, καθορίζουν αυτό που θα είσαι στο μέλλον και αυτό που είσαι τώρα.

Οι ευτυχισμένες στιγμές του τότε είναι η χαρά και η ελπίδα του παρόντος. Οι άσχημες στιγμές, μας κάνουν πιο δυνατούς και πιο συνειδητοποιημένους. Μαθαίνουμε από τα λάθη μας και χαιρόμαστε με τις ωραίες μας στιγμές.

Όσοι θέλουν να διαγράψουν ή να αλλάξουν το παρελθόν τους, θέλουν να αλλάξουν τον εαυτό τους. 

Οι στιγμές που καθορίζουν τον κάθε άνθρωπο είναι αυτές που έζησε και έχει να διηγείται.