Δε θα τον ξαναδεί σύντομα. Μόλις το σκέφτεται ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια της.

Σκέφτεται όλες τις χαρούμενες στιγμές που έζησαν μαζί.

Ήταν μικρό κορίτσι ακόμη όταν εκείνος την πήγαινε μεγάλες βόλτες στην παραλία. Μιλούσαν για ώρες. Της μιλούσε για τη ζωή, την αγάπη, την οικογένεια και έλυνε όλες της τις απορίες.

Η Στεφανία τον ρώταγε για τα ζώα, τα φυτά, τη θάλασσα.

Εκείνος της έλεγε παραμύθια με νεράιδες και πριγκίπισσες.

Τότε νόμιζε πως ήταν ο ήρωας της, όπως άλλωστε όλες οι κόρες πιστεύουν για τον μπαμπά τους.

Λίγα χρόνια αργότερα, ένα απόγευμα Πέμπτης οι γονείς της θέλησαν να της μιλήσουν για «κάτι σοβαρό» είπαν. 

Ήταν μόλις 10 χρόνων. Για εκείνη το σοβαρό ήταν να χαθεί η μπάλα της, όχι αυτό που ετοιμάζονταν να ακούσει.

-Αγάπη μου η μαμά σου και γω αποφασίσαμε να χωρίσουμε. Σε αγαπάμε πάρα πολύ, απλά δεν κάνει ο ένας τον άλλον πια ευτυχισμένο. Θα είμαστε πάντα κοντά σου γιατί είσαι το πιο όμορφο πράγμα που μας συνέβη. 

Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάται. 

Θυμάται πως της μίλαγαν αρκετές ώρες, αλλά δεν θυμάται τι της έλεγαν.

Την επόμενη μέρα ο ήρωας της, πήρε μερικά ρούχα από το σπίτι και της έδωσε ένα φιλί. 

Τότε της είχε υποσχεθεί πως οι βόλτες στην παραλία θα συνεχίζονταν όσο εκείνη έχει απορίες και θέλει να ακούει παραμύθια.

Αργότερα θα μάθει πως οι βόλτες κράτησαν για ακόμη ένα μήνα.

Ο πατέρας της διορίστηκε στην Κύμη.

Από τότε το μισεί αυτό το νησί. Είναι πάντα το νησί που της πήρε τον πατέρα της μακριά.

Η πόρτα του ferry boat κλείνει. Η εικόνα του πατέρα της αρχίζει να ξεμακραίνει.

Εκείνη δε μπορεί πια να συγκρατήσει τα δάκρυα της.

Κλαίει ασταμάτητα.

Είχε να δει τον πατέρα της αρκετούς μήνες. 

Αυτά τα πέντε χρόνια που μένει στο νησί τον βλέπει δύο-τρεις φορές το χρόνο.

Δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα να έρχεται εκείνος παραπάνω ή να πηγαίνει εκείνη πιο συχνά.

Αυτή τη φορά έκατσε μόλις μία βδομάδα, όσο διαρκούσαν και οι διακοπές της από το σχολείο σχεδόν. 

Της φάνηκε κουρασμένος, ταλαιπωρημένος.

Όταν μίλαγαν, ο μπαμπάς της είχε ένα παράξενο βλέμμα. 

Το ίδιο βλέμμα που έχεις όταν αποχαιρετάς κάποιον.

Όμως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί.

Η βδομάδα κύλησε όμορφα. 

Πήγαιναν βόλτες, τρώγανε έξω, έκαναν τα πρώτα τους μπάνια μιας και στις διακοπές του Πάσχα έκαναν πάντα τις πρώτες βουτιές.

Πάει και κάθεται στην καφετέρια του πλοίου και σκουπίζει τα δάκρυα της.

Πιο πέρα είναι μια οικογένεια με ένα μικρό κοριτσάκι που είναι συνεχώς κρεμασμένο από τον μπαμπά του και τον φιλά.

Εκείνη κοιτά για λίγη ώρα.

«Φαίνονται ευτυχισμένοι»  σκέφτεται.

Η Στεφανία με την μητέρα της δεν έχει καλή σχέση. Σχεδόν ανέχεται η μία την άλλη.

Έχει υποσχεθεί στον εαυτό της πως μόλις πάει 18, θα πάει στην Κύμη.

Η μητέρα της ποτέ δεν την καταλάβαινε, ενώ είναι σίγουρη πως εκείνη του είχε ζητήσει να χωρίσουν και αυτό δεν της το συγχώρεσε ποτέ.

Ακουμπά πίσω το κεφάλι της και βγάζει το κινητό της.

Κοιτά τις φωτογραφίες που έβγαλαν.

Φαίνονται και οι δύο τόσο χαρούμενοι. 

Μακάρι να έμενε συνέχεια με τον μπαμπά της σκέφτεται, αλλά η σκέψη πως σε λίγα χρόνια θα είναι μαζί του και η μαμά της θα κάνει τη ζωή που τόσο θέλει, όπως άλλωστε της λέει συνεχώς όταν τσακώνονται.

*** 

Ο Αλέξης κοιτά το ferry boat να φεύγει.

Δακρύζει.

Στο δρόμο για το σπίτι σκέφτεται τότε που η Στεφανία ήταν ακόμη το μικρό του κοριτσάκι. Το κοριτσάκι που μόλις έκλαιγε το έπαιρνε αγκαλιά και εκείνο ησύχαζε. Το κοριτσάκι που πήγαινε μαζί του ατελείωτες βόλτες στην παραλία. Το κοριτσάκι του.

Για εκείνον αυτό θα είναι πάντα. 

Τώρα κάθε φορά που τη βλέπει, έχει μεγαλώσει. 

Γίνεται γυναίκα και εκείνος δε θα είναι κοντά της να την συμβουλεύσει.

Να ακούει για το πρώτο της αγόρι, το πρώτο της φιλί, να της κάνει δώρο αυτοκίνητο όταν περάσει Νομική που τόσο θέλει, να την συνοδεύσει στην εκκλησία.

Οι εξετάσεις που πήρε πριν λίγες μέρες από το γιατρό δεν είναι καλές.

Ο όγκος που είχαν ανακαλύψει οι γιατροί πριν από τρείς μήνες στον πνεύμονα του, μεγαλώνει γρήγορα ενώ εκείνοι δεν είναι αισιόδοξοι.

Είχε κατέβει τότε στην Αθήνα για τις εξετάσεις. Στη Στεφανία δεν είπε πως κατέβηκε Αθήνα γιατί δεν ήθελε να της πει κάτι πριν να είναι απόλυτα σίγουρος.

Πήγε το βράδυ κάτω από το σπίτι που έμεναν στο Μαρούσι και έμεινε να το κοιτά για ώρες. 

Η Στεφανία δεν έμαθε ποτέ για το ταξίδι αυτό. 

Είναι πολύ δεμένοι και δεν ήθελε να της το πει. 

Νιώθει θυμό. 

Θυμό γιατί θα βάλει τη Στεφανία να περάσει ένα τέτοιο γεγονός.

Φτάνοντας στο σπίτι του πάει κατευθείαν  στο κρεβάτι. 

Τον τελευταίο καιρό νιώθει συνεχώς κουρασμένος.

Κοιτά το ταβάνι και σκέφτεται.

Ήταν εκείνο το απόγευμα Πέμπτης που είπαν στη Στεφανία πως θα χωρίσουν με την Μαρία.

Η Μαρία τότε τα είχε κρυφά με τον αδελφό του. 

Όταν ο Αλέξης το έμαθε έγινε θηρίο.

Ήταν διατεθειμένος προκειμένου να μην πληγωθεί η Στεφανία από το διαζύγιο να το παλέψουν. Η Μαρία όμως δήλωνε ερωτευμένη με τον Μάριο και ήθελε να χωρίσουν.

Καθώς μίλαγε τότε για το διαζύγιο στη Στεφανία η καρδιά του έσπαγε σε κομμάτια και δίπλα του η γυναίκα του να κοιτά συνεχώς το ρολόι της.

Έβλεπε την στεναχώρια στο βλέμμα της κόρης του και δεν το άντεχε.

Ένα μήνα αργότερα ήρθε η μετάθεση για την Κύμη.

Στην Αθήνα δεν είχε δουλειά και έμενε σε φίλους του, οπότε δεν είχε και πολλές επιλογές.

Το μόνο που τον στεναχωρεί είναι πως βλέπει το κοριτσάκι του δύο – τρεις φορές το χρόνο. 

Και αυτό όμως δε θα κρατούσε για πολύ. Οι γιατροί στην Αθήνα του είπαν πως πλέον δεν μπορούν να τον εγχειρήσουν και του έχουν δώσει μόλις έξι μήνες ζωής. 

Αν είναι τυχερός, ίσως φτάσει τον χρόνο.

Προς το παρόν δεν το χει πει ακόμη σε κανέναν. Γιατί αν ακούσει τον εαυτό του να το λέει δυνατά τότε σημαίνει πως είναι αλήθεια. 

Μέσα του ακόμη πιστεύει πως κάτι θα αλλάξει. Πως θα το νικήσει αυτό το πράμα που έχει μέσα του και θα ζήσει εκείνος καλά και οι γύρω του καλύτερα.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι σκέφτεται την αρρώστια του και όλα όσα θα αφήσει πίσω.

«Η ζωή είναι άδικη» μονολογεί και ξεφυσάει.

***

Η Μαρία περιμένει να φτάσει το ferry boat στην Αθήνα.

Κοιτά το ρολόι της και χτυπά νευρικά το πόδι της.

«Το πλοίο έχει ήδη καθυστέρηση και έχω το ραντεβού με τον Σταύρο που δε θέλω να το χάσω. Φαίνεται καλός άνθρωπος και επιτέλους ίσως και γω βρω κάποιον να θέλει να είναι μαζί μου» σκέφτεται.

Μόλις που θα προλάβει να αφήσει τη Στεφανία σπίτι και να φύγει για κέντρο, που έχουν ραντεβού.

Η Στεφανία κατεβαίνει από το πλοίο με τις αποσκευές της.

Η Μαρία παρατηρεί πως φαίνεται σα να έχει κλάψει, αλλά δεν θέλει να ρωτήσει κάτι παραπάνω γιατί μόλις της μιλά για τον Αλέξη, εκείνη αντεπιτίθεται.

Στο δρόμο για το γυρισμό μένουν σιωπηλές.

Όπως άλλωστε έκαναν πάντα τα τελευταία χρόνια.

Δεν έχουν πια τι να πουν και μιλάνε μόνο για τα βασικά, όπως τους ελέγχους, το φαγητό, τα χρήματα. 

Η Μαρία θυμάται εκείνο το απόγευμα Πέμπτης. Ήταν μόλις της είχε πει ο Γιάννης, ο αδελφός του Αλέξη, να μείνουν μαζί. 

Τότε έτρεξε αμέσως να χωρίσει για να είναι μαζί του. 

Όσο μίλαγαν στη Στεφανία, εκείνη κοίταζε το ρολόι της γιατί βιαζόταν. Είχαν δώσει ραντεβού με το Γιάννη να δουν κάτι σπίτια ώστε να μείνουν μαζί και ο Αλέξης μίλαγε στην Στεφανία για ώρες.

Στο τέλος δεν άντεξε άλλο το πόσο πολύ κρατούσε το θέμα, σηκώθηκε και έφυγε για να προλάβει να είναι στην ώρα της.

Ο Γιάννης δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Αργότερα έμαθε πως η μητέρα τους, τον είχε απειλήσει ότι θα τον αποκληρώσει και δε θα του ξαναμιλήσουν ποτέ πια αν κάνει κάτι τέτοιο στον αδελφό του.

«Σιγά, ο Αλέξης πάντα ήταν ο αγαπημένος τους» σκέφτεται την ώρα που παρκάρει έξω από το σπίτι.

-Λοιπόν τα λέμε μετά. Πρέπει να είμαι κάπου, λέει στη Στεφανία όσο εκείνη κατεβαίνει από το αμάξι.

Εκείνη δεν της απάντησε, μόνο έβγαλε τα κλειδιά να ξεκλειδώσει.

Η Μαρία την κοίταξε με θλίψη. Ήθελε να έχουν μία καλύτερη σχέση, αλλά είναι αδύνατον. Ο Αλέξης έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της και θεωρεί εκείνη υπεύθυνη που χώρισαν.

Θέλει να περάσουν γρήγορα τα τρία αυτά χρόνια και να την στείλει στην Κύμη, αφού τόσο το θέλει.

Φτάνοντας στο ραντεβού λίγο νωρίτερα, τσεκάρει το κινητό της.

Έχει ένα μήνυμα από τον Σταύρο «Συγνώμη αλλά δε θα καταφέρω να έρθω. Τα λέμε άλλη φορά.»

Μπαίνει ξανά στο αυτοκίνητο. Αγκαλιάζει με τα χέρια της το τιμόνι και βάζει τα κλάματα.

Όλες τις οι σχέσεις ή αυτό που θα μπορούσε να είναι σχέση, την παρατάνε. Την παρατάνε πριν καν τους δώσει την ευκαιρία να την γνωρίσουν.

Το ίδιο και η Στεφανία.

Η κόρη της την αντιπαθεί, πριν καν της δώσει την ευκαιρία να την γνωρίσει.

«Στο διάολο όλοι» σκέφτεται και βάζει μπρος.

Στο δρόμο προς το σπίτι σκέφτεται τη ζωή της.

Δεν είναι χαρούμενη και ποτέ σχεδόν δεν ήταν. 

Οι μόνες στιγμές που έφτασε κοντά σε αυτό το συναίσθημα, ήταν τα πρώτα χρόνια με τον Αλέξη και η γέννηση της Στεφανίας.

Μετά όλα διαλύθηκαν.

Η οικογένεια του Αλέξη δε θέλει καν να την ξέρει ύστερα από τη σχέση της,  η κόρη της επίσης και ας μη γνωρίζει λεπτομέρειες και όποιον άντρα γνωρίζει είναι τόσο εμφανές πως θέλει να ξαναπαντρευτεί που τους χάνει μέσα σε λίγο καιρό.

Όταν μπαίνει στο σπίτι, η Στεφανία τρώει στην κουζίνα.

-Γρήγορα ήρθες, της λέει

-Ναι τελικά ένα επαγγελματικό ραντεβού που είχα αναβλήθηκε.

Πρόσεξε πως η Στεφανία χαμογέλασε ελαφρά. 

Κατέβασε το κεφάλι απογοητευμένη και πήγε στο δωμάτιο της να ξαπλώσει.

«Κοίτα να τη συνηθίσεις επιτέλους γιατί έτσι θα ναι η ζωή σου από δω και πέρα» είπε στον εαυτό της καθώς ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι.