Κέιτ

Προσγειώνομαι με φόρα πάνω στο κρεβάτι και τον φιλάω στο μάγουλο, ενώ εκείνος ανοίγει νυσταγμένος τα μάτια του και μου χαμογελά.

«Τι έγινε, όμορφη;» λέει βραχνά. Κοιτά το ρολόι δίπλα του, που δείχνει πως είναι λίγα λεπτά μετά τις οκτώ και μετά εμένα. Αν και μόλις έχει ξυπνήσει, τα μάτια του λάμπουν και είναι τόσο όμορφος, που ορκίζομαι πως δεν υπάρχει στιγμή που ο άνθρωπος να μην είναι τέλειος.

«Τι εννοείς τι έγινε; Είναι Χριστούγεννα. Σήκω» του λέω και τον τραβάω από το χέρι. Η παλάμη του τυλίγεται γύρω από τον καρπό μου και με μία γρήγορη κίνηση με ρίχνει στο κρεβάτι δίπλα του.

«Καταρχάς, καλημέρα».

Με φιλά βαθιά και ήδη νιώθω το γνωστό φτερούγισμα στο στομάχι, αλλά προσπαθώ να μη μου αποσπάσει τίποτα την προσοχή από τη σημερινή ημέρα. Είναι τα πρώτα μας Χριστούγεννα μαζί και λίγες εβδομάδες πριν κλείσουμε τον πρώτο μας χρόνο. Η Νίκι και ο Τζόνι θα μείνουν στο Σικάγο, καθώς ετοιμάζουν πυρετωδώς τον γάμο τους, ενώ ο Ντάνι έπιασε δουλειά στη Νέα Υόρκη κι έτσι δε θα έρθει φέτος στην Καλιφόρνια. Θα είμαστε οι δυο μας και ειλικρινά, δε θα ήθελα τίποτε διαφορετικό.

«Δεύτερον, γιατί τόση βιασύνη;» λέει τρίβοντας το μάτια του.

«Τι εννοείς; Είναι Χριστούγεννα.»

«Το ξέρω ότι νομίζεις πως αυτή είναι απάντηση, αλλά δεν είναι» απαντά γελώντας. Ξεφυσάω και η λυπημένη μου έκφραση τον κάνει να χαμογελάσει. «Οκ, έχεις δίκιο. Είναι Χριστούγεννα, πως δεν το χα σκεφτεί νωρίτερα» λέει γελώντας και με αγκαλιάζει σφιχτά.

«Σ’ αγαπώ» μου ψιθυρίζει στο αυτί και χαμογελάω. Ναι, χωρίς αμφιβολία αυτά είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα.

«Προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή, αλλά δε θα τα καταφέρεις. Σήκω. Έχω φτιάξει καφέ και pancakes, ώστε να πάρουμε δυνάμεις για την ημέρα που μας περιμένει».

«Τι εννοείς την μέρα που μας περιμένει; Εγώ είχα σχεδιάσει να την περάσουμε ανάμεσα στα σεντόνια.» Ανασηκώνομαι και ακουμπάω την πλάτη μου στο μαξιλάρι.

«Αν εξαρτιόταν από εσένα, θα περνάγαμε όλες τις ημέρες έτσι. Λοιπόν, θα κάνουμε μια συμφωνία. Το πρωί θα πάμε για τα δώρα μας και όλη την υπόλοιπη ημέρα μπορούμε να την περάσουμε στο κρεβάτι. Σύμφωνοι;» Προτάσσοντας το χέρι μου, εκείνος απλώνει το δικό του και το χαμόγελο επιστρέφει στα χείλη μου.

«Μόνο που κάτι δεν έχεις υπολογίσει σωστά, κούκλα. Το δικό μου δώρο είναι ήδη κάτω από το δέντρο» λέει και μου κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι. Με μια κίνηση πετάγομαι και σχεδόν τρέχω προς το σαλόνι, ακούγοντας τον να γελά.

Το δέντρο το στολίσαμε μαζί, αφού πρώτα είχαμε πάρει νέες μπάλες και λαμπάκια. Τα προηγούμενα χρόνια ο Άνταμ στόλιζε ένας κάπως αξιολύπητο μικρό, πλαστικό δέντρο που πάνω του δεν υπήρχε ούτε ένα στολίδι στο ίδιο χρώμα με ένα άλλο. Φέτος, αγοράσαμε μαζί ένα μεγάλο, πιστή απομίμηση ενός αληθινού και αφού βάλαμε περίπου οκτώ σειρές λαμπάκια, το στολίσαμε με άσπρες και χρυσές μπάλες σε διάφορα μεγέθη, μεγάλες νιφάδες χιονιού και αστέρια. Στην κορυφή έχει έναν άσπρο φιόγκο από άσπρη κορδέλα και δεν ξέρω αν είμαι αντικειμενική, είναι όμως το πιο όμορφο δέντρο που είδα ποτέ.

Στην βάση του βρίσκεται ένα μεγάλο πακέτο, με κατακόκκινο χαρτί περιτυλίγματος και έναν χρυσό φιόγκο στην κορυφή του. Ακούω τον Άνταμ να έρχεται πίσω μου και τυλίγοντας τα χέρια του γύρω μου με φιλά απαλά στο λαιμό.

«Χρόνια μας πολλά, κούκλα. Να είναι τα πρώτα από τα δεκάδες Χριστούγεννα που θα περάσουμε μαζί». Η φωνή του ακόμα βραχνή από τον ύπνο και τα λίγων ημερών γένια του ακουμπούν στο μάγουλό μου και με κάνουν να χαμογελάσω ακόμη πιο πλατιά. «Άνοιξε το δώρο σου».

Νεύω καταφατικά, γονατίζω πάνω στο άσπρο χνουδωτό χαλί και το ξετυλίγω προσεκτικά. Κατά τη διάρκεια του ανοίγματός του, μου έρχονται διάφορες εικόνες από προηγούμενα Χριστούγεννα. Σπίτι, με τους γονείς μου να ανοίγουμε πάντα τα δώρα το πρωί και συνήθως να με περιμένουν αντικείμενα μεγάλης χρηματικής αξίας, που όμως δεν ήταν ‘εγώ’. Τα περασμένα Χριστούγεννα, οι γονείς μου ξεπέρασαν τον εαυτό τους και μου χάρισαν ένα δερμάτινο παλτό και δύο εισιτήρια για να πάμε με τον Μπεν στην Καραϊβική. Εκτός του ότι δεν είχα καμία όρεξη ή ανυπομονησία να περάσω δύο εβδομάδες σε μια παραλία με τον Μπεν, απεχθάνομαι το αληθινό δέρμα. Κάτι που είχα επισημάνει αρκετές φορές, αλλά προφανώς δε μου έδιναν καμία σημασία. Σκέφτομαι τον πατέρα μου, που δεν έχουμε επικοινωνήσει καθόλου και για μία στιγμή μόνο μελαγχολώ. Διώχνοντας τη σκέψη του, σκίζω και το τελευταίο κομμάτι χαρτιού. Ήμουν τόσο απορροφημένη στις σκέψεις μου που δεν είχα παρατηρήσει καν την εικόνα στο κουτί που είχε αρχίσει να αποκαλύπτεται. Μένω να το κοιτάω και νιώθω τα μάτια μου να τσούζουν. Γυρνάω προς τον Άνταμ, που βρίσκεται πίσω μου και με τα χέρια στις τσέπες της μαύρης φόρμας του, μου χαμογελά.

Γυρνάω πάλι προς το κουτί και ανοίγοντάς το, βγάζω προσεκτικά το περιεχόμενο. Ένα μεγάλο καβαλέτο για στούντιο. Ένα μεγάλο, υπέροχο, καβαλέτο για στούντιο. Είναι στο χρώμα του ξύλου και με ρυθμιζόμενη βάση ώστε να μπορείς να το προσαρμόζεις στο ύψος που θες και ανάλογα τον εκάστοτε καμβά, ενώ τα πόδια του έχει και ρόδες, ώστε να μπορεί να μετακινείται εύκολα. Το καβαλέτο που είχα ήταν ένα απλό τρίποδο, που από τα χρόνια είχε αρχίσει να ξεφτίζει το ξύλο, ενώ δεν είχε κανέναν μηχανισμό σταθεροποίησης.

«Κοίτα καλύτερα στο κουτί», λέει ο Άνταμ και τραβώντας το βλέμμα από το καβαλέτο και ρουφώντας όσο πιο αθόρυβα μπορώ τη μύτη μου, κοιτάω στο κουτί. Υπάρχει μία τεράστια κασετίνα με κάρβουνα σε όλα τα μεγέθη. Λεπτά, μεσαία, χοντρά, σφομύλι σχεδίασης, ξύστρες και απλές γόμες. Πλέον δεν μπορώ να τα δω και πολύ καθαρά, γιατί τα δάκρυα έχουν θολώσει την όρασή μου. Είναι κάπως γελοίο να κλαίω κάθε τόσο, επειδή ο Άνταμ είναι ο Άνταμ, αλλά δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Τα αφήνω προσεκτικά στο χαλί δίπλα μου και σηκώνομαι.

«Σου άρεσαν, όμορφη;» Προχωρώ προς το μέρος του και μόλις τον πλησιάζω, αγκαλιάζω με τις παλάμες του τα μάγουλά του και τον φιλάω. Τα χέρια του τυλίγονται στη μέση μου και η θέρμη του κορμιού του, με ανατριχιάζει.

«Είναι δυνατόν να ρωτάς; Είναι το τέλειο δώρο. Τέλειο, όπως εσύ» λέω πάνω στα χείλη του και σφίγγοντας με από τη μέση με σηκώνει.

«Είναι το τέλειο δώρο, για την τέλεια, σέξι και ταλαντούχα κοπέλα μου. Ο μόνος μου όρος είναι να μη σταματήσεις ποτέ να ζωγραφίζεις» απαντά και πλέον τα δάκρυά μου κυλούν καυτά πάνω στο μάγουλο μου. «Σου ‘χω πει ότι δε μου αρέσει να κλαις».

«Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά» λέω χαμογελώντας πάνω στα χείλη του και τυλίγω τα πόδια μου γύρω του.

Άνταμ

«Που πάμε;» τη ρωτάω, όσο εκείνη με τραβά από το χέρι χαρούμενα.

Αφού ήπιαμε τον καφέ μας, ήρθαμε ως το κεντρικό Λος Άντζελες να μου δώσει το δώρο μου, αλλά ακόμη δεν έχω καμία ιδέα για το τι μπορεί να είναι. Θυμάμαι ακόμη την έκφρασή της μόλις είδε το δικό μου και χαμογελάω. Κάθε φορά που κάνω το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο, μου θυμίζει πόσο διαφορετική ήταν όταν γνωριστήκαμε. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πως θα ήταν η Κέιτ χωρίς τη ζωγραφική. Η δική μου Κέιτ.

Κάθε μέρα σχεδόν, μετά τη δουλειά έρχεται από το στούντιο που ηχογραφούμε τα κομμάτια μας και μετά βγαίνουμε για φαγητό. Κάθε στιγμή που είμαι μαζί της, είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Μέρα με τη μέρα τη βλέπω να αλλάζει, να έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση στα όνειρά της, να χαμογελάει και αυτό με κάνει τον πιο χαρούμενο άνθρωπο στον κόσμο. Τα πάντα μαζί της είναι καλύτερα.

Πριν φύγουμε μίλησε με τη μητέρα της για τα “χρόνια πολλά” και αντάλλαξε και ένα τυπικό χαιρετισμό με τον πατέρα της. Θα θελα πολύ να τον συναντήσω ξανά και απλά να σπάσω το πρόσωπο του τύπου που στεναχωρεί το κορίτσι μου. Μπορεί να μην το συζητάει, όμως τη γνωρίζω αρκετά καλά για να ξέρω πως θλίβεται με αυτή την κατάσταση.

«Φτάσαμε» ανακοινώνει χαρούμενα ενώ στεκόμαστε έξω από το κατάστημα με μουσικά όργανα “Caveman vintage music”.

«Τι εννοείς;»

«Εννοώ πως θέλω να σου πάρω ένα νέο σετ ντραμς. Όμως ξέρω ότι πρέπει να τα δοκιμάσεις εσύ, ώστε να δεις ποιο σου ταιριάζει περισσότερο. Τα ακριβά πιατίνια και τύμπανα που είναι χειροποίητα μπορούν να έχουν ελάχιστες αποκλίσεις στον ήχο τους και δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω. Πάμε, τα δοκιμάζεις και όποιο σου κάνει το αγοράζουμε».

«Σοβαρολογείς;»

«Φυσικά. Πάμε τώρα, γιατί μετά έχω μια…υπόσχεση να τηρήσω» λέει χαμογελώντας φιλήδονα και για μία μόνο στιγμή σκέφτομαι απλά να την πάρω στον ώμο μου και να πάμε σπίτι.

«Δε θα βαρεθείς εσύ όσο εγώ δοκιμάζω;»

«Είσαι καλά; Θα βλέπω το αγόρι μου να δοκιμάζει τύμπανα και πιατίνια για τα live του. Μπορεί να μην το πιστεύεις, αλλά σε βρίσκω πολύ σέξι όταν είσαι πίσω από τα ντραμς».

Μπαίνοντας μέσα στο μαγαζί, η αχνή μυρωδιά του βερνικιού και του ξύλου εισέρχεται στα ρουθούνια μου κι εγώ εισπνέω βαθιά. Μια μυρωδιά που είναι ανεπαίσθητη σχεδόν, αλλά τη γνωρίζω καλά μετά από τόσα χρόνια αγάπης και ασχολίας με τα ντραμς. Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω το δώρο που μου κάνει το κορίτσι μου.

Αφού πέρασα μιάμιση ώρα να δοκιμάζω με τις μπαγκέτες μου πιατίνια και ταμπούρα στις ειδικές αίθουσες του καταστήματος, καταλήγω να συνθέσω ένα ολοκαίνουργιο σετ μαύρα ντραμς, που όλα είναι χειροποίητα. Σίγουρα είναι ένα αρκετά ακριβό δώρο, αλλά η Κειτ δεν άκουγε τίποτα. Τα πάντα θα είναι στο κατάστημα στα μέσα Ιανουαρίου.

«Ανυπομονώ για το live με τα νέα σου ντραμς. Είναι υπέροχα» μου λέει μόλις μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, με κατεύθυνση το σπίτι.

«Σ’ ευχαριστώ πολύ, όμορφη. Είναι το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ για το υπέροχο δώρο».

«Χαίρομαι που σου άρεσε, γιατί ήμουν μεταξύ αυτού και ενός κουπονιού για να περάσεις ένα απόγευμα μαζί μου στο κρεβάτι» της απαντάω και ρίχνει πίσω το κεφάλι γελώντας.

«Αυτό θα το περάσω ούτως ή άλλως. Βάλε μπρος, ώστε να ξεκινήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα το απόγευμά μου» απαντά και γυρίζω το κλειδί στη μίζα.

Είναι τα καλύτερα γαμημένα Χριστούγεννα της ζωής μου.